κλήτευση
•
- νομικός όροςη επίσημη πρόσκληση κάποιου ως μάρτυρα ή διαδίκου στο δικαστήριο ή σε επιτροπή Βικιλεξικό
- Η διαδικασία επιβολής των διοικητικών κυρώσεων των προηγούμενων παραγράφων αρχίζει με τη βεβαίωση της παράβασης από το όργανο που τη διαπιστώνει, το οποίο συντάσσει σχετική έκθεση, η οποία κοινοποιείται μαζί με έγραφη κλήτευση προς τον παραβάτη να υποβάλει τις απόψεις του μέσα σε 5 ημέρες από την κοινοποίηση της κλήτευσης. (Νόμος 1650)
Ετυμολογία
κλήτευση < κλήτευσις < κλητεύω + -σις < κλητός < καλώ
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | κλήτευση | κλητεύσεις |
| Γενική | κλήτευσης | κλητεύσεων |
| Αιτιατική | κλήτευση | κλητεύσεις |
| Κλητική | κλήτευση | κλητεύσεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →