κλίβανος
•
- ο χώρος περικλεισμένος, όπου μπορεί ν’ αναπτυχθεί με καύση μεγάλη θερμότητα για το ψήσιμο ψωμιού, εδεσμάτων ή για άλλες χρήσεις Βικιλεξικό
- Σβησμένες όλες οι φωτιές οι πλάστρες μεσ' στη Χώρα. / Στήν εκκλησιά, στον κλίβανο, στο σπίτι, στ' αργαστήρι, / παντού, στο κάστρο, στην καρδιά, τ' αποκαΐδια, οι στάχτες. (Κωστής Παλαμάς, Η φλογέρα του Βασιλιά)
Ετυμολογία
κλίβανος < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή κλίβανος (αγγειοπλαστικός φούρνος) < αρχαία ελληνική κλίβανος (σκεπαστό αγγείο από χώμα), μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική fourneau
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | κλίβανος | κλίβανοι |
| Γενική | κλίβανου / κλιβάνου | κλιβάνων |
| Αιτιατική | κλίβανο | κλιβάνους |
| Κλητική | κλίβανε | κλίβανοι |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →