κλίνη
•
- το κρεβάτι Βικιλεξικό
- 19ος/20ός αιώνας, ⌘ Νίκος Καζαντζάκης, Οδύσεια , Ι' στίχ. 1076 (1075-1077) αρχική έκδοση: 1938, εκδόσεις: Τυπογραφεία Γ.Σ. Χρήστου, 1957, σελ. 306 @google.gr/books.
- η μονάδα μέτρησης της χωρητικότητας ξενοδοχειακών ή νοσοκομειακών υποδομών Βικιλεξικό
- ναυπηγικός όροςη κατασκευή σε ναυπηγείο που λειτουργεί ως βάση στερέωσης του πλοίου Βικιλεξικό
Ετυμολογία
κλίνη < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική κλίνη : (ναυπηγικός όρος) < (σημασιολογικό δάνειο) αγγλική berth
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | κλίνη | κλίνες |
| Γενική | κλίνης | κλινών |
| Αιτιατική | κλίνη | κλίνες |
| Κλητική | κλίνη | κλίνες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →