Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

κλίνη

/ˈkli.ni/ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. το κρεβάτι Βικιλεξικό
    • 19ος/20ός αιώνας, ⌘ Νίκος Καζαντζάκης, Οδύσεια , Ι' στίχ. 1076 (1075-1077) αρχική έκδοση: 1938, εκδόσεις: Τυπογραφεία Γ.Σ. Χρήστου, 1957, σελ. 306 @google.gr/books.
  2. η μονάδα μέτρησης της χωρητικότητας ξενοδοχειακών ή νοσοκομειακών υποδομών Βικιλεξικό
  3. ναυπηγικός όροςη κατασκευή σε ναυπηγείο που λειτουργεί ως βάση στερέωσης του πλοίου Βικιλεξικό

Ετυμολογία

κλίνη < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική κλίνη : (ναυπηγικός όρος) < (σημασιολογικό δάνειο) αγγλική berth

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήκλίνηκλίνες
Γενικήκλίνηςκλινών
Αιτιατικήκλίνηκλίνες
Κλητικήκλίνηκλίνες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →