κλίση
•
- η ιδιότητα μιας μη οριζόντιας επιφάνειας Βικιλεξικό
- Είναι ένας λόφος χιονισμένος, με ένα άνοιγμα στο πλάϊ του. Μια μεγάλη ράμπα, με ήπια κατηφορική κλίση, οδηγεί στο εσωτερικό του. Η ράμπα είναι καθαρή και άνετη, ώστε και οι πιο ηλικιωμένοι να μπορούν να την κατέβουν. (Τάσος Παπαναστασίου, Η σιωπή δεν σε κρατά ζωντανό, εκδ. Μεταίχμιο, 2021)
- έφεση, ροπή Βικιλεξικό
- Έχει κλίση στα μαθηματικά.
- γραμματικήο συγκεκριμένος τρόπος με τον οποίο σχηματίζονται οι διάφοροι τύποι ενός ονόματος, αντωνυμίας ή ρήματος Βικιλεξικό
- γραμματικήομάδα ονομάτων με κοινές καταλήξεις και κοινό σχηματισμό των πτώσεων Βικιλεξικό
Ετυμολογία
κλίση < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή κλίσις (ξάπλωμα) < κλίνω : για τη σημασία «έφεση» < σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική inclination
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | κλίση | κλίσεις |
| Γενική | κλίσης | κλίσεων |
| Αιτιατική | κλίση | κλίσεις |
| Κλητική | κλίση | κλίσεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →