κλαδόγραμμα
•
- βιολογίαεξελικτικό, γενεαλογικό ή συγγενικής κατάταξης σχεδιάγραμμα που θυμίζει δέντρο Βικιλεξικό
- κλαδιστικό/κλαδολογικό ανάπτυγμα
- μαθηματικάπιθανοτικό κλαδόγραμμα: αλληλοσυνδεόμενες πιθανές εκδοχές πολλών κόμβων, δένδρο πιθανοτήτων Βικιλεξικό
Ετυμολογία
κλαδόγραμμα < (μεταφραστικό δάνειο) αγγλική cladogram < clado- ( < αρχαία ελληνική κλάδος) + -gram, -gramme ( < αρχαία ελληνική γράμμα). Μορφολογικά, κλάδ(ος) + -ό- + -γραμμα
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | κλαδόγραμμα | κλαδογράμματα |
| Γενική | κλαδογράμματος | κλαδογραμμάτων |
| Αιτιατική | κλαδόγραμμα | κλαδογράμματα |
| Κλητική | κλαδόγραμμα | κλαδογράμματα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →