κλακέτα
•
- κινηματογράφοςσυσκευή με δύο αρθρωτές πλάκες πάνω στις οποίες αναγράφονται τα στοιχεία της σκηνής που γυρίζονται και με το χτύπημά τους στην αρχή της λήψης διευκολύνεται το μοντάζ και ο συγχρονισμός εικόνας και ήχου Βικιλεξικό
- χορόςχορός με ρυθμικό χτύπημα των παπουτσιών, ώστε να παράγεται ένας χαρακτηριστικός ήχος Βικιλεξικό
Ετυμολογία
κλακέτα (κινηματογράφος) < γαλλική claquette < claquer < παλαιά γαλλική claquer / clacquer < πρωτογερμανική *klakōną < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *glag- (θορυβώ, τιτιβίζω) # κλακέτα (χορός) < γαλλική claquettes, πληθυντικός του claquette < claquer < παλαιά γαλλική claquer / clacquer < πρωτογερμανική *klakōną < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *glag- (θορυβώ, τιτιβίζω)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | κλακέτα | κλακέτες |
| Γενική | κλακέτας | κλακετών |
| Αιτιατική | κλακέτα | κλακέτες |
| Κλητική | κλακέτα | κλακέτες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →