Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

κλανίδι

/klaˈni.ði/ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. προφορικόη κλανιά Βικιλεξικό
    • Μπαίνει ένας μελαχρινός κύριος μέσα στο ασανσέρ και το ”κλανίδι” αρχίζει... Κάπως έτσι θα μπορούσε να χαρακτηρίσει κάποιος τα όσα συνέβησαν οταν ένας από τους παρευρισκόμενους στο ασανσέρ αερίστηκε μπροστά στους άλλους με αποτέλεσμα να δημιουργηθουν κωμικοτραγικές καταστάσεις στη φάρσα που έκανε τηλεοπτική εκπομπή! (ΔΕΙΤΕ:Πως αντέδρασε ο κόσμος στο ασανσέρ όταν κάποιος αερίστηκε;(video), 7/12/2012 https://www.loutrakiblog.gr/2012/12/07/%CE%B4%CE%B5%CE%B9%CF%84%CE%B5%CF%80%CF%89%CF%82-%CE%B1%CE%BD%CF%84%CE%AD%CE%B4%CF%81%CE%B1%CF%83%CE%B5-%CE%BF-%CE%BA%CF%8C%CF%83%CE%BC%CE%BF%CF%82-%CF%83%CF%84%CE%BF-%CE%B1%CF%83%CE%B1%CE%BD%CF%83/ )

Ετυμολογία

κλανίδι < κλαν(ιά) + -ίδι

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήκλανίδικλανίδια
Γενικήκλανιδιούκλανιδιών
Αιτιατικήκλανίδικλανίδια
Κλητικήκλανίδικλανίδια

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →