κλανιάρα
•
- λαϊκότροποθηλυκό του κλανιάρης Βικιλεξικό
Ετυμολογία
κλανιάρα < κλανιάρης + -α
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | κλανιάρα | κλανιάρες |
| Γενική | κλανιάρας | κλανιάρων |
| Αιτιατική | κλανιάρα | κλανιάρες |
| Κλητική | κλανιάρα | κλανιάρες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →