κλαούνα
•
- κλαψούρα Βικιλεξικό
- Γιατί τόση κλαούνα πια σ' αυτή την πόλη;
- Λατρεύω την γκρίνια, τη μίρλα, την κλαούνα, την κατινιά, την κακομοιριά τους
Ετυμολογία
κλαούνα < κλάμα
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | κλαούνα | κλαούνες |
| Γενική | κλαούνας | — |
| Αιτιατική | κλαούνα | κλαούνες |
| Κλητική | κλαούνα | κλαούνες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →