Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

κλαούνα

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. κλαψούρα Βικιλεξικό
    • Γιατί τόση κλαούνα πια σ' αυτή την πόλη;
    • Λατρεύω την γκρίνια, τη μίρλα, την κλαούνα, την κατινιά, την κακομοιριά τους

Ετυμολογία

κλαούνα < κλάμα

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήκλαούνακλαούνες
Γενικήκλαούνας—
Αιτιατικήκλαούνακλαούνες
Κλητικήκλαούνακλαούνες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →