Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

κλαπατσίμπαλο

ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. μεταφορικάενοχλητικό ή κακόηχο μουσικό όργανο Βικιλεξικό
  2. κατ’ επέκτασηενοχλητική συσκευή αναπαραγωγής ή αναμετάδοσης ήχου Βικιλεξικό
    • κλείσε αυτό το κλαπατσίμπαλο επιτέλους!
  3. συνεκδοχικάκακής ποιότητας κατασκευής συσκευή αναπαραγωγής ή αναμετάδοσης ήχου Βικιλεξικό
    • που το βρήκες αυτό το κλαπατσίμπαλο;

Ετυμολογία

κλαπατσίμπαλο < ειρωνική παραποίηση του μεσαιωνικού κλαβιτσίμπαλον πιθανόν με παρασύνδεση προς το κλάπα ή κλάπα κλάπα. (Δείτε το ιταλικό clavicembalo < μεσαιωνικά λατινικά clavicymbalum, clavis, αρχαία ελληνική κύμβαλον).

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήκλαπατσίμπαλοκλαπατσίμπαλα
Γενικήκλαπατσίμπαλουκλαπατσίμπαλων
Αιτιατικήκλαπατσίμπαλοκλαπατσίμπαλα
Κλητικήκλαπατσίμπαλοκλαπατσίμπαλα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →