κλαπατσίμπαλο
•
- μεταφορικάενοχλητικό ή κακόηχο μουσικό όργανο Βικιλεξικό
- κατ’ επέκτασηενοχλητική συσκευή αναπαραγωγής ή αναμετάδοσης ήχου Βικιλεξικό
- κλείσε αυτό το κλαπατσίμπαλο επιτέλους!
- συνεκδοχικάκακής ποιότητας κατασκευής συσκευή αναπαραγωγής ή αναμετάδοσης ήχου Βικιλεξικό
- που το βρήκες αυτό το κλαπατσίμπαλο;
Ετυμολογία
κλαπατσίμπαλο < ειρωνική παραποίηση του μεσαιωνικού κλαβιτσίμπαλον πιθανόν με παρασύνδεση προς το κλάπα ή κλάπα κλάπα. (Δείτε το ιταλικό clavicembalo < μεσαιωνικά λατινικά clavicymbalum, clavis, αρχαία ελληνική κύμβαλον).
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | κλαπατσίμπαλο | κλαπατσίμπαλα |
| Γενική | κλαπατσίμπαλου | κλαπατσίμπαλων |
| Αιτιατική | κλαπατσίμπαλο | κλαπατσίμπαλα |
| Κλητική | κλαπατσίμπαλο | κλαπατσίμπαλα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →