κλαπείς
•
- λόγιοπου έχει κλαπεί -χρησιμοποιείται σε καθιερωμένες, τυποποιημένες ή σχετικά επίσημες και επιστημονικές ή γραφειοκρατικές εκφράσεις Βικιλεξικό
- τα κλαπέντα ανευρέθησαν και κατασχέθηκαν, οι κλαπείσες εικόνες, η κλαπείσα σωρός, τα κλαπέντα εικονίσματα
- κλαπείσα ή απωλεσθείσα επιταγή
- Επαναπατρίζονται οι κλαπέντες αρχαιολογικοί θησαυροί
Ετυμολογία
κλαπείς < αρχαία ελληνική κλαπείς, μετοχή παθητικού αορίστου του ρήματος κλέπτω, ἐκλάπην
Άλλοι τύποι
κλαπένκλαπέντακλαπένταςκλαπέντεςκλαπέντοςκλαπέντωνκλαπείςκλαπείσακλαπείσαςκλαπείσεςκλαπείσηςκλαπεισών
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →