κλαρίνο
•
- μουσικό όργανοπαραδοσιακό λαϊκό πνευστό όργανο με μικρές διαφορές από το κλαρινέτο Βικιλεξικό
- Ο παππούς πρόσθετε ότι «οι βλάχοι και οι πρόσφυγες από την Τουρκίαν συχνάζουν εις κατώτερον είδος διασκεδαστηρίων, εις τα λεγόμενα «καφέ αμάν», όπου, το λέγει η λέξις, ακούγονται αμανέδες - Αμάν Μέμο, Κουζούμ, Μέμο! Γιαβρούμ Μέμο! Σεκέρ, Μέμο! Εβλιάτ, Μέμο! - με υπόκρουσιν σαντουρίου, φλαούτου και κλαρίνου (Τριανταφύλλου Σώτη, Το τυφλό γουρούνι στη Δεύτερη οδό, εκδ. Πατάκης, 2025)
- Οι στίχοι του Θανάση Παπακωνσταντίνου είναι άχρονοι και άτοποι. Και ακριβώς αυτό του επιτρέπει να συνομιλεί αφενός με τα περσικά ρουμπαγιάτ, αφετέρου με το ηπειρώτικο κλαρίνο, τις γκάιντες και το ροκ τζαμάρισμα. (Κωνσταντίνος Τσάβαλος, Αέρας Πεχλιβάνης: Η προφορική ιστορία του Βραχνού Προφήτη: Όπως την αφηγήθηκε ο Θανάσης Παπακωνσταντίνου και οι συντελεστές του δίσκου, εκδ. Μεταίχμιο, 2025)
Ετυμολογία
κλαρίνο < (άμεσο δάνειο) ιταλική clarino < claro < λατινική clarus < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *kel- / *kle- (καλώ, φωνάζω). Δείτε και κλαρινέτο.
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | κλαρίνο | κλαρίνα |
| Γενική | κλαρίνου | κλαρίνων |
| Αιτιατική | κλαρίνο | κλαρίνα |
| Κλητική | κλαρίνο | κλαρίνα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →