Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

κλαρίτης

ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. παρωχημένοαυτός που βγαίνει στο κλαρί, ο κλέφτης, ο ληστής Βικιλεξικό
    • Παραπέμπει σε μια εποχή που ακόμη και αιμοβόροι κλαρίτες στην Ελλάδα σέβονταν και θαύμαζαν την παιδεία. (*)

Ετυμολογία

κλαρίτης < κλαρί + -ίτης

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήκλαρίτηςκλαρίτες
Γενικήκλαρίτηκλαριτών
Αιτιατικήκλαρίτηκλαρίτες
Κλητικήκλαρίτηκλαρίτες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →