κλαρώνω
•
Ετυμολογία
κλαρώνω < κλαρί + -ώνω
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | κλαρώνω | κλαρώνεις | κλαρώνει | κλαρώνουμε | κλαρώνετε | κλαρώνουν / κλαρώνουνε |
| Παρατατικός | κλάρωνα | κλάρωνες | κλάρωνε | κλαρώναμε | κλαρώνατε | κλάρωναν / κλαρώναν / κλαρώνανε |
| Αόριστος | κλάρωσα | κλάρωσες | κλάρωσε | κλαρώσαμε | κλαρώσατε | κλάρωσαν / κλαρώσαν / κλαρώσανε |
| Μέλλοντας | θα κλαρώνω / θα κλαρώσω | θα κλαρώνεις / θα κλαρώσεις | θα κλαρώνει / θα κλαρώσει | θα κλαρώνουμε / θα κλαρώσουμε | θα κλαρώνετε / θα κλαρώσετε | θα κλαρώνουν / θα κλαρώνουνε / θα κλαρώσουν / θα κλαρώσουνε |
| Παρακείμενος | έχω κλαρώσει | έχεις κλαρώσει | έχει κλαρώσει | έχουμε κλαρώσει | έχετε κλαρώσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα κλαρώσει | είχες κλαρώσει | είχε κλαρώσει | είχαμε κλαρώσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω κλαρώσει / να κλαρώνω / να κλαρώσω | να έχεις κλαρώσει / να κλαρώνεις / να κλαρώσεις | να έχει κλαρώσει / να κλαρώνει / να κλαρώσει | να έχουμε κλαρώσει / να κλαρώνουμε / να κλαρώσουμε | να έχετε κλαρώσει / να κλαρώνετε / να κλαρώσετε | να κλαρώνουν / να κλαρώνουνε / να κλαρώσουν / να κλαρώσουνε |
| Προστακτική | — | κλάρωνε / κλάρωσε | — | — | κλαρώνετε / κλαρώστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →