κλασικίζω
•
- μιμούμαι κλασικά πρότυπα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
κλασικίζω < κλασικός + -ίζω
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | κλασικίζω | κλασικίζεις | κλασικίζει | κλασικίζουμε | κλασικίζετε | κλασικίζουν / κλασικίζουνε |
| Παρατατικός | κλασίκιζα | κλασίκιζες | κλασίκιζε | κλασικίζαμε | κλασικίζατε | κλασίκιζαν / κλασικίζαν / κλασικίζανε |
| Αόριστος | κλασίκισα | κλασίκισες | κλασίκισε | κλασικίσαμε | κλασικίσατε | κλασίκισαν / κλασικίσαν / κλασικίσανε |
| Μέλλοντας | θα κλασικίζω / θα κλασικίσω | θα κλασικίζεις / θα κλασικίσεις | θα κλασικίζει / θα κλασικίσει | θα κλασικίζουμε / θα κλασικίσουμε | θα κλασικίζετε / θα κλασικίσετε | θα κλασικίζουν / θα κλασικίζουνε / θα κλασικίσουν / θα κλασικίσουνε |
| Παρακείμενος | έχω κλασικίσει | έχεις κλασικίσει | έχει κλασικίσει | έχουμε κλασικίσει | έχετε κλασικίσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα κλασικίσει | είχες κλασικίσει | είχε κλασικίσει | είχαμε κλασικίσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω κλασικίσει / να κλασικίζω / να κλασικίσω | να έχεις κλασικίσει / να κλασικίζεις / να κλασικίσεις | να έχει κλασικίσει / να κλασικίζει / να κλασικίσει | να έχουμε κλασικίσει / να κλασικίζουμε / να κλασικίσουμε | να έχετε κλασικίσει / να κλασικίζετε / να κλασικίσετε | να κλασικίζουν / να κλασικίζουνε / να κλασικίσουν / να κλασικίσουνε |
| Προστακτική | — | κλασίκιζε / κλασίκισε | — | — | κλασικίζετε / κλασικίστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →