Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

κλασμένος

ρήμα, αρσενικό
•
  1. κυριολεκτικάπου κάποιος τον έκλασε Βικιλεξικό
  2. μεταφορικάπου ειναι αδιάφορος για κάποιον Βικιλεξικό
    • —Πού είναι ο Γιάννης; —Πού να ξέρω; Κλασμένο τον έχω.
  3. μεταφορικάο μεθυσμένος ή ο μαστουρωμένος από κάνναβη Βικιλεξικό

Ετυμολογία

κλασμένος < μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος κλάνω

Άλλοι τύποι

κλασμένακλασμένεκλασμένεςκλασμένηκλασμένηςκλασμένοκλασμένοικλασμένοςκλασμένουκλασμένουςκλασμένων

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →