κλασμένος
•
- κυριολεκτικάπου κάποιος τον έκλασε Βικιλεξικό
- μεταφορικάπου ειναι αδιάφορος για κάποιον Βικιλεξικό
- —Πού είναι ο Γιάννης; —Πού να ξέρω; Κλασμένο τον έχω.
- μεταφορικάο μεθυσμένος ή ο μαστουρωμένος από κάνναβη Βικιλεξικό
Ετυμολογία
κλασμένος < μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος κλάνω
Άλλοι τύποι
κλασμένακλασμένεκλασμένεςκλασμένηκλασμένηςκλασμένοκλασμένοικλασμένοςκλασμένουκλασμένουςκλασμένων
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →