Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

κλαυθμύρισμα

/klafθˈmi.ɾi.zma/ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. λόγιοη διαδικασία ή το αποτέλεσμα του κλαυθμυρίζω Βικιλεξικό

Ετυμολογία

κλαυθμύρισμα < ελληνιστική κοινή κλαυθμύρισμα < κλαυθμῠρίζω, κλαυθμυρισ- + -μα

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήκλαυθμύρισμακλαυθμυρίσματα
Γενικήκλαυθμυρίσματοςκλαυθμυρισμάτων
Αιτιατικήκλαυθμύρισμακλαυθμυρίσματα
Κλητικήκλαυθμύρισμακλαυθμυρίσματα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →