κλαύ' τα
•
- προφορικόγια κάτι που έχει χαθεί ή βρίσκεται σε απελπιστική κατάσταση Βικιλεξικό
Ετυμολογία
κλαύ' τα < κλαύ' & τα (κλάψε αυτά)
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →
Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.
κλαύ' τα < κλαύ' & τα (κλάψε αυτά)
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →