κλαύ' τα, Χαράλαμπε
•
- προφορικόγια κάτι που έχει χαθεί ή βρίσκεται σε απελπιστική κατάσταση Βικιλεξικό
Ετυμολογία
κλαύ' τα, Χαράλαμπε < κλαύ' + τα + Χαράλαμπε
Άλλοι τύποι
Χαράλαμπεκλαύ' τα
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →