κλείσμα
•
- ιδιωματικόχωράφι που έχει περιτοίχιση, που έχει μάντρα γύρω γύρω Βικιλεξικό
- ιδιωματικόπιάσιμο πουλιών από ομάδα κυνηγών, όπου ορισμένοι κλείνουν τα περάσματά τους, οδηγώντας τα σε σημείο όπου οι υπόλοιποι κυνηγοί έχουν στήσει καρτέρι Βικιλεξικό
- Στα μεγάλα κλείσματα —κλεισίματα των πουλιών δηλαδή— που γίνονταν στη λίμνη απ’ όλους μαζί τους κυνηγούς, αυτοί μένανε πάντα πρώτοι και καλύτεροι. Το ‘χανε σαν προνόμιο ν’ αρχίζουν αυτοί πριν από το χάραμα από την πιο μακρινή άκρα της λίμνης, λάμνοντας αγάλια αγάλια κι όλο κλείνοντας με το ντουφεκίδι τους προς τη μέση της λίμνης τα τρομαγμένα κοπάδια απ' αγριόπαπιες —γέσια και καναβές, καθώς τα 'λεγαν— φαλαρίδες —τα μαύρα νεροπούλια με τις άσπρες μύτες— και κάποτε και τις μεγάλες όμορφες αγριόχηνες […]. Στη μέση της λίμνης στέκονταν αράδα μέσα στις βάρκες τους, με τα δίκαννα στο χέρι, οι άλλοι κυνηγοί από την πόλη και το νησί. Και τα πουλιά πέφτανε πάνω τους, κοπάδια ολόκληρα […].
- Το οργανωμένο κυνήγι πουλιών ήταν γνωστό ως «κλείσμα». Οι κυνηγοί έπιαναν τα πουλιά κλείνοντας τα περάσματά τους. Για να γίνει το «κλείσμα», απαιτούνταν η συνεργασία πολλών. Στη λίμνη των Ιωαννίνων, μερικοί κυνηγοί με τις βάρκες τους ξεσήκωναν τα παπιά και τα πουλιά που φώλιαζαν το χειμώνα στις καλαμιές και άλλοι τα περίμεναν (καρτέρι) στο στενό της λίμνης ανάμεσα στο Κάστρο και στο Νησί (αλλά και σε άλλα σημεία). Στην ουσία, οι βαρκάρηδες-κυνηγοί έφτιαχναν έναν κλοιό για να μην ξεφύγει πετούμενο για πετούμενο.
Ετυμολογία
κλείσμα < ελληνιστική κοινή κλεῖσμα < αρχαία ελληνική κλείω
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | κλείσμα | κλείσματα |
| Γενική | κλείσματος | κλεισμάτων |
| Αιτιατική | κλείσμα | κλείσματα |
| Κλητική | κλείσμα | κλείσματα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →