Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

κλειδάριθμος

/kliˈða.ɾi.θmos/ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. πληροφορικήcode number μοναδικός αριθμός ταυτοποίησης με το πρόσωπο ενός ατόμου, ο οποίος του επιτρέπει να έχει πρόσβαση ηλεκτρονικά στα φορολογικά του μέσω του ίντερνετ Βικιλεξικό
    • Η χορήγηση κλειδαρίθμου ηλεκτρονικά γίνεται κατόπιν πιστοποίησης ότι είστε κάτοχος του αριθμού κινητού τηλεφώνου που θα δηλώσετε, από την τράπεζα ή τον πάροχο κινητής τηλεφωνίας σας.
  2. πληροφορικήpasskey: ο κωδικός πρόσβασης για ειδική χρήση, που έχει δικαίωμα στη δημιουργία και μεταβολή του ονόματος χρήστη (username) και τού κωδικού πρόσβασής του (password) Βικιλεξικό
  3. ο κωδικός που ξεκλειδώνει ένα αντικείμενο αποθήκευσης (όπως μια βαλίτσα) Βικιλεξικό
  4. ένα σύνολο από συνθηματικούς κωδικούς, που βοηθούν στην αποκρυπτογράφηση Βικιλεξικό

Ετυμολογία

κλειδάριθμος < κλειδ- + αριθμός, (μεταφραστικό δάνειο) αγγλική key number

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήκλειδάριθμοςκλειδάριθμοι
Γενικήκλειδάριθμου / κλειδαρίθμουκλειδάριθμων / κλειδαρίθμων
Αιτιατικήκλειδάριθμοκλειδάριθμους / κλειδαρίθμους
Κλητικήκλειδάριθμεκλειδάριθμοι

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →