κλειθροποιός
•
- παρωχημένοο κλειδαράς, η γυναίκα που ασκεί το επάγγλεμα Βικιλεξικό
- Στον τοίχο του καταστήματος κρεμόταν το δίπλωμά της: «Άδεια Ασκήσεως Επαγγέλματος Κλειθροποιού».
Ετυμολογία
κλειθροποιός < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή κλειθροποιός (σιδεράς που φτιάχνει μάνταλα) κατά το κλείθρο. Μορφολογικά αναλύεται σε κλείθρ(ο) + -ο- + -ποιός
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | κλειθροποιός | κλειθροποιοί |
| Γενική | κλειθροποιού | κλειθροποιών |
| Αιτιατική | κλειθροποιό | κλειθροποιούς |
| Κλητική | κλειθροποιέ | κλειθροποιοί |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →