κλεισμένος
•
- που έχει κλείσει Βικιλεξικό
- που έχει κλειστεί Βικιλεξικό
- Εκτός όμως από το φτωχός-πλούσιος υπάρχουν και άλλοι χαρακτηρισμοί. Θα σου πω μερικούς: μορφωμένος-αμόρφωτος, άνθρωπος της πόλης-χωριάτης, μοντέρνος-κλασικός ή και ντεμοντέ ακόμα, περήφανος-ταπεινός, κοινωνικός-ντροπαλός, κοσμικός-κλεισμένος στο σπίτι και πολλά άλλα. (Μαίρη Κόντζογλου, Το μέλι το θαλασσινό, εκδ. Μεταίχμιο, 2019)
Ετυμολογία
κλεισμένος < μετοχή παθητικού παρακειμένου κλείνω
Άλλοι τύποι
κλεισμένακλεισμένεκλεισμένεςκλεισμένηκλεισμένηςκλεισμένοκλεισμένοικλεισμένοςκλεισμένουκλεισμένουςκλεισμένων
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →