Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

κλεισούρα

/kliˈsu.ɾa/ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. γεωγραφίαστενωπός, στενό πέρασμα μεταξύ δύο βουνών Βικιλεξικό
  2. κατ’ επέκτασητο κλείσιμο / η παραμονή σε κάποιο χώρο χωρίς έξοδο για αρκετό καιρό Βικιλεξικό
  3. η δυσάρεστη αίσθηση ή μυρωδιά που προκαλεί ένας χώρος ο οποίος έμεινε κλειστός για πολύ καιρό Βικιλεξικό

Ετυμολογία

κλεισούρα < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική κλεισούρα Με παρετυμολόγηση από τη λέξη κλείνω < υστερολατινική clausura < λατινική clausus, μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος claudo < πρωτοϊταλική *klaudō < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *kleh₂u- (κλειδί, γάντζος, καρφί)

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήκλεισούρακλεισούρες
Γενικήκλεισούρας—
Αιτιατικήκλεισούρακλεισούρες
Κλητικήκλεισούρακλεισούρες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →