κλειστό σύμφωνο
•
- φωνητικήσύμφωνο κατά την εκφώνηση του οποίου η ροή του αέρα διακόπτεται στιγμιαία και μετά απελευθερώνεται, δημιουργώντας ένα είδος έκρηξης Βικιλεξικό
- Τα κλειστά σύμφωνα της νεοελληνικής είναι: τα διχειλικά [p b], τα οδοντικά [t̪ d̪], τα φατνιακά [t d], τα ουρανικά [c ɟ] και τα υπερωικά [k g]
Ετυμολογία
κλειστό σύμφωνο < → δείτε τις λέξεις κλειστός και σύμφωνο, μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική consonne occlusive
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | κλειστό σύμφωνο | κλειστά σύμφωνα |
| Γενική | κλειστού συμφώνου | κλειστών συμφώνων |
| Αιτιατική | κλειστό σύμφωνο | κλειστά σύμφωνα |
| Κλητική | κλειστό σύμφωνο | κλειστά σύμφωνα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →