κλεισώρεια
•
- λόγιοτο ντερβένι, η κλεισούρα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
κλεισώρεια < μεσαιωνική ελληνική κλεισώρεια (< κλεισούρα Με παρετυμολόγηση από τη λέξη κλείνω. < υστερολατινική clausura < λατινική clausus, μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος claudo < πρωτοϊταλική *klaudō < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *kleh₂u-: κλειδί, γάντζος, καρφί) + -ώρεια (< αρχαία ελληνική ὄρος)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | κλεισώρεια | κλεισώρειες |
| Γενική | κλεισώρειας | κλεισωρειών |
| Αιτιατική | κλεισώρεια | κλεισώρειες |
| Κλητική | κλεισώρεια | κλεισώρειες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →