κλεφτουριά
•
- ιστορίατο σύνολο των κλεφτών, δηλαδή των μελών ένοπλης ομάδας που κατά τη διάρκεια της Τουρκοκρατίας ζούσε στα βουνά και πολεμούσε τους Οθωμανούς Βικιλεξικό
Ετυμολογία
κλεφτουριά < κλέφτ(ης) + -ουριά
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | κλεφτουριά | κλεφτουριές |
| Γενική | κλεφτουριάς | κλεφτουριών |
| Αιτιατική | κλεφτουριά | κλεφτουριές |
| Κλητική | κλεφτουριά | κλεφτουριές |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →