κλεφτόπουλο
•
- κλέφτης (μέλος ομάδας ενόπλων κατά την Τουρκοκρατία) νεαρής ηλικίας Βικιλεξικό
- [δημοτικό τραγούδι, ※ ebooks.edu.gr Ανθολόγιο Γ΄Δ΄Δημοτικού ]
Ετυμολογία
κλεφτόπουλο < κλέφτ(ης) (ένοπλος μαχητής) + υποκοριστικό επίθημα -όπουλο
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | κλεφτόπουλο | κλεφτόπουλα |
| Γενική | κλεφτόπουλου | κλεφτόπουλων |
| Αιτιατική | κλεφτόπουλο | κλεφτόπουλα |
| Κλητική | κλεφτόπουλο | κλεφτόπουλα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →