Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

κλεψίγαμος

/kleˈpsi.ɣa.mos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. που διέπραξε κλεψιγαμία Βικιλεξικό
  2. που γεννήθηκε από κλεψιγαμία Βικιλεξικό

Ετυμολογία

κλεψίγαμος < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή κλεψίγαμος. Μορφολογικά αναλύεται σε κλεψί- + γάμος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήκλεψίγαμοςκλεψίγαμηκλεψίγαμο
Γενικήκλεψίγαμουκλεψίγαμηςκλεψίγαμου
Αιτιατικήκλεψίγαμοκλεψίγαμηκλεψίγαμο
Κλητικήκλεψίγαμεκλεψίγαμηκλεψίγαμο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήκλεψίγαμοικλεψίγαμεςκλεψίγαμα
Γενικήκλεψίγαμωνκλεψίγαμωνκλεψίγαμων
Αιτιατικήκλεψίγαμουςκλεψίγαμεςκλεψίγαμα
Κλητικήκλεψίγαμοικλεψίγαμεςκλεψίγαμα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →