κλεψύδρα
•
- όργανο μέτρησης του χρόνου με νερό. Αποτελείται από δύο δοχεία, το ένα πάνω από το άλλο, που συνδέονται με ένα πολύ στενό σωληνάκι. Το νερό χύνεται από το πάνω δοχείο στο κάτω, σε ορισμένο χρονικό διάστημα. Βικιλεξικό
- κατ’ επέκτασητο ίδιο όργανο μέτρησης του χρόνου, αλλά με άμμο Βικιλεξικό
Ετυμολογία
κλεψύδρα < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική κλεψύδρα
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | κλεψύδρα | κλεψύδρες |
| Γενική | κλεψύδρας | κλεψυδρών |
| Αιτιατική | κλεψύδρα | κλεψύδρες |
| Κλητική | κλεψύδρα | κλεψύδρες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →