κληρικοκρατία
•
- η τάση των κληρικών να εμπλέκονται καταχρηστικά σε θέματα της ιδιωτικής και δημόσιας ζωής και να επιβάλλουν, με την επιρροή τους, συγκεκριμένους τρόπους χειρισμού των ζητημάτων Βικιλεξικό
- το πολιτικό και ιδεολογικό ρεύμα που προωθεί την εδραίωση κι επέκταση της εξουσίας της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας και στον πολιτικό, τον κοινωνικό, τον πολιτιστικό κ.λπ. τομείς της ζωής Βικιλεξικό
Ετυμολογία
κληρικοκρατία < κληρικός + -κρατία ((μεταφραστικό δάνειο) γαλλική cléricalisme ή (μεταφραστικό δάνειο) αγγλική clericalism) :: Η λέξη μαρτυρείται από το 1845.
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | κληρικοκρατία | κληρικοκρατίες |
| Γενική | κληρικοκρατίας | κληρικοκρατιών |
| Αιτιατική | κληρικοκρατία | κληρικοκρατίες |
| Κλητική | κληρικοκρατία | κληρικοκρατίες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →