κληροδοσία
•
- νομικός όροςη διάθεση σε κάποιο πρόσωπο ενός ποσού, συγκεκριμένων αντικειμένων κ.λπ., με διαθήκη ή κωδίκελλο, μιας περιουσίας, χωρίς ωστόσο αυτό να καθίσταται καθολικός κληρονόμος του διαθέτη Βικιλεξικό
- Οι μεγαλύτερες δωρεές που λαμβάνει το Μουσείο Μπενάκη γίνονται με κληροδοσία. Για πολλούς δωρητές, η αναγραφή της δωρεάς στη διαθήκη τους είναι ο πιο απλός τρόπος για να βοηθήσουν το Μουσείο. Κληροδοσίες - Μουσείο Μπενάκη
- διανομή με κλήρωση, όπως λ.χ. κτημάτων («κλήροι γης») Βικιλεξικό
Ετυμολογία
κληροδοσία < ελληνιστική κοινή κληροδοσία (διανομή κληρονομιάς) < (κληροδοτέω / κληροδοτῶ) κληροδο- + -σία
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | κληροδοσία | κληροδοσίες |
| Γενική | κληροδοσίας | κληροδοσιών |
| Αιτιατική | κληροδοσία | κληροδοσίες |
| Κλητική | κληροδοσία | κληροδοσίες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →