κληρούχος
•
- δικαιούχος ενός μεριδίου γης μετά από κλήρωση Βικιλεξικό
- ιστορίαΑθηναίος πολίτης που έπαιρνε έναν κλήρο γης εκτός Αττικής και διέμενε εκεί μόνιμα διατηρώντας τα πολιτικά του δικαιώματα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
κληρούχος < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική κληροῦχος. Συγχρονικά αναλύεται σε κλήρ(ος) + -ούχος
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | κληρούχος | κληρούχοι |
| Γενική | κληρούχου | κληρούχων |
| Αιτιατική | κληρούχο | κληρούχους |
| Κλητική | κληρούχε | κληρούχοι |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →