κλητήρας
•
- επάγγελμαεκείνος ο οποίος μοιράζει διάφορα έγγραφα. Βικιλεξικό
- Σβυσμένο γκάζι, ἐρημιὰ καὶ λάκκος ἀνοιγμένος, / δελτίον ἀστυνομικὸν, κλητῆρας κοιμισμένος. (Γεώργιος Σουρής, Αθήνα, 1883)
Ετυμολογία
κλητήρας < αρχαία ελληνική κλητήρ
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | κλητήρας | κλητήρες |
| Γενική | κλητήρα | κλητήρων |
| Αιτιατική | κλητήρα | κλητήρες |
| Κλητική | κλητήρα | κλητήρες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →