κλητήριος
•
- νομικός όροςπου καλεί ή κλητεύει Βικιλεξικό
- ουσιαστικοποιημένοκλητήριο Βικιλεξικό
Ετυμολογία
κλητήριος < κλητρήρ(ας) + -ιος
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | κλητήριος | κλητήρια / κλητήριος | κλητήριο |
| Γενική | κλητήριου / κλητηρίου | κλητήριας / κλητηρίου | κλητήριου / κλητηρίου |
| Αιτιατική | κλητήριο | κλητήρια / κλητήριο | κλητήριο |
| Κλητική | κλητήριε | κλητήρια / κλητήριε | κλητήριο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | κλητήριοι | κλητήριες / κλητήριοι | κλητήρια |
| Γενική | κλητήριων / κλητηρίων | κλητήριων / κλητηρίων | κλητήριων / κλητηρίων |
| Αιτιατική | κλητήριους / κλητηρίους | κλητήριες / κλητηρίους | κλητήρια |
| Κλητική | κλητήριοι | κλητήριες / κλητήριοι | κλητήρια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →