κλικ
•
- ήχος διακόπτη ή αντίστοιχος Βικιλεξικό
- μονάδα μεταβολής σε μηχανισμούς Βικιλεξικό
- πρέπει να πάει ακόμα τρία κλικ πιο πάνω
- η πίεση του ενός πλήκτρου σε ποντικι για υπολογιστές Βικιλεξικό
- όταν λέμε διπλό κλικ πάντα εννοούμε το αριστερό γιατί σχεδόν κανένα πρόγραμμα δεν χρησιμοποιεί διπλό δεξί κλικ!
Ετυμολογία
κλικ < (λόγιο δάνειο) γαλλική clic < ηχομιμητική λέξη
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →