κλιμακοποιώ
•
- ανάγω σε κάποια κλίμακα Βικιλεξικό
- σπάνιοκλιμακώνω Βικιλεξικό
Ετυμολογία
κλιμακοποιώ < κλίμακα + -ο- + -ποιώ
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | κλιμακοποιώ | κλιμακοποιείς | κλιμακοποιεί | κλιμακοποιούμε | κλιμακοποιείτε | κλιμακοποιούν / κλιμακοποιούνε |
| Παρατατικός | κλιμακοποιούσα | κλιμακοποιούσες | κλιμακοποιούσε | κλιμακοποιούσαμε | κλιμακοποιούσατε | κλιμακοποιούσαν / κλιμακοποιούσανε |
| Αόριστος | κλιμακοποίησα | κλιμακοποίησες | κλιμακοποίησε | κλιμακοποιήσαμε | κλιμακοποιήσατε | κλιμακοποίησαν / κλιμακοποιήσαν / κλιμακοποιήσανε |
| Μέλλοντας | θα κλιμακοποιήσω / θα κλιμακοποιώ | θα κλιμακοποιήσεις / θα κλιμακοποιείς | θα κλιμακοποιήσει / θα κλιμακοποιεί | θα κλιμακοποιήσουμε / θα κλιμακοποιούμε | θα κλιμακοποιήσετε / θα κλιμακοποιείτε | θα κλιμακοποιήσουν / θα κλιμακοποιήσουνε / θα κλιμακοποιούν / θα κλιμακοποιούνε |
| Παρακείμενος | έχω κλιμακοποιήσει | έχεις κλιμακοποιήσει | έχει κλιμακοποιήσει | έχουμε κλιμακοποιήσει | έχετε κλιμακοποιήσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα κλιμακοποιήσει | είχες κλιμακοποιήσει | είχε κλιμακοποιήσει | είχαμε κλιμακοποιήσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω κλιμακοποιήσει / να κλιμακοποιήσω / να κλιμακοποιώ | να έχεις κλιμακοποιήσει / να κλιμακοποιήσεις / να κλιμακοποιείς | να έχει κλιμακοποιήσει / να κλιμακοποιήσει / να κλιμακοποιεί | να έχουμε κλιμακοποιήσει / να κλιμακοποιήσουμε / να κλιμακοποιούμε | να έχετε κλιμακοποιήσει / να κλιμακοποιήσετε / να κλιμακοποιείτε | να κλιμακοποιήσουν / να κλιμακοποιήσουνε / να κλιμακοποιούν / να κλιμακοποιούνε |
| Προστακτική | — | κλιμακοποίει / κλιμακοποίησε | — | — | κλιμακοποιήστε / κλιμακοποιείτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →