Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

κλιμακοποιώ

ρήμα
•
  1. ανάγω σε κάποια κλίμακα Βικιλεξικό
  2. σπάνιοκλιμακώνω Βικιλεξικό

Ετυμολογία

κλιμακοποιώ < κλίμακα + -ο- + -ποιώ

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςκλιμακοποιώκλιμακοποιείςκλιμακοποιείκλιμακοποιούμεκλιμακοποιείτεκλιμακοποιούν / κλιμακοποιούνε
Παρατατικόςκλιμακοποιούσακλιμακοποιούσεςκλιμακοποιούσεκλιμακοποιούσαμεκλιμακοποιούσατεκλιμακοποιούσαν / κλιμακοποιούσανε
Αόριστοςκλιμακοποίησακλιμακοποίησεςκλιμακοποίησεκλιμακοποιήσαμεκλιμακοποιήσατεκλιμακοποίησαν / κλιμακοποιήσαν / κλιμακοποιήσανε
Μέλλονταςθα κλιμακοποιήσω / θα κλιμακοποιώθα κλιμακοποιήσεις / θα κλιμακοποιείςθα κλιμακοποιήσει / θα κλιμακοποιείθα κλιμακοποιήσουμε / θα κλιμακοποιούμεθα κλιμακοποιήσετε / θα κλιμακοποιείτεθα κλιμακοποιήσουν / θα κλιμακοποιήσουνε / θα κλιμακοποιούν / θα κλιμακοποιούνε
Παρακείμενοςέχω κλιμακοποιήσειέχεις κλιμακοποιήσειέχει κλιμακοποιήσειέχουμε κλιμακοποιήσειέχετε κλιμακοποιήσει—
Υπερσυντέλικοςείχα κλιμακοποιήσειείχες κλιμακοποιήσειείχε κλιμακοποιήσειείχαμε κλιμακοποιήσει——
Υποτακτικήνα έχω κλιμακοποιήσει / να κλιμακοποιήσω / να κλιμακοποιώνα έχεις κλιμακοποιήσει / να κλιμακοποιήσεις / να κλιμακοποιείςνα έχει κλιμακοποιήσει / να κλιμακοποιήσει / να κλιμακοποιείνα έχουμε κλιμακοποιήσει / να κλιμακοποιήσουμε / να κλιμακοποιούμενα έχετε κλιμακοποιήσει / να κλιμακοποιήσετε / να κλιμακοποιείτενα κλιμακοποιήσουν / να κλιμακοποιήσουνε / να κλιμακοποιούν / να κλιμακοποιούνε
Προστακτική—κλιμακοποίει / κλιμακοποίησε——κλιμακοποιήστε / κλιμακοποιείτε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →