κλιμακτήριος
•
- η περίοδος κατά την οποία εμφανίζεται σε έναν οργανισμό η εμμηνόπαυση, συνήθως νοουμένου του γυναικείου, αν και μεταφορικά χρησιμοποιείται η φράση ανδρική κλιμακτήριος για την αντίστοιχη περίοδο ορμονικών αλλαγών στον μεσήλικα άνδρα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
κλιμακτήριος < λόγιο ενδογενές δάνειο: αγγλική climacterial < νεολατινική climacterium < climacter < αρχαία ελληνική κλιμακτήρ (σκαλοπάτι, κρίσιμο σημείο)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | κλιμακτήριος / κλιμακτήρια / κλιμακτήριος / κλιμακτήριο | κλιμακτήριοι / κλιμακτήριοι κλιμακτήριες / κλιμακτήριες / κλιμακτήριοι / κλιμακτήρια |
| Γενική | κλιμακτηρίου / κλιμακτήριας / κλιμακτήριου / κλιμακτήριου | κλιμακτηρίων / κλιμακτήριων / κλιμακτήριων / κλιμακτήριων |
| Αιτιατική | κλιμακτήριο / κλιμακτήρια / κλιμακτήριο / κλιμακτήριο | κλιμακτηρίους / κλιμακτηρίους κλιμακτήριες / κλιμακτήριες / κλιμακτήριους / κλιμακτήρια |
| Κλητική | κλιμακτήριε / κλιμακτήριε κλιμακτήριο / κλιμακτήρια / κλιμακτήριε / κλιμακτήριο | κλιμακτήριοι / κλιμακτήριοι κλιμακτήριες / κλιμακτήριες / κλιμακτήριοι / κλιμακτήρια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →