κλιμακώνω
•
- τοποθετώ σε κλίμακα, κατά αύξουσα ή φθίνουσα σειρά Βικιλεξικό
- αυξάνω σταδιακά την ένταση κάποιας ενέργειάς μου Βικιλεξικό
- Οι σποραδικές ένοπλες συγκρούσεις κλιμακώθηκαν σε εμφύλιο πόλεμο.
- Η αντιπαράθεση κλιμακώνεται
- στρατιωτικός όροςπαρατάσσω στρατό κατά πλάτος και βάθος μιας στρατιωτικής επιχείρησης (π.χ. επίθεση, άμυνα κ.λπ.) Βικιλεξικό
Ετυμολογία
κλιμακώνω < κλιμακ- (κλίμακα < αρχαία ελληνικήκλῖμαξ) + -ώνω, απόδοση για τη γαλλική échelonner ή την αγγλική escalate
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | κλιμακώνω | κλιμακώνεις | κλιμακώνει | κλιμακώνουμε | κλιμακώνετε | κλιμακώνουν / κλιμακώνουνε |
| Παρατατικός | κλιμάκωνα | κλιμάκωνες | κλιμάκωνε | κλιμακώναμε | κλιμακώνατε | κλιμάκωναν / κλιμακώναν / κλιμακώνανε |
| Αόριστος | κλιμάκωσα | κλιμάκωσες | κλιμάκωσε | κλιμακώσαμε | κλιμακώσατε | κλιμάκωσαν / κλιμακώσαν / κλιμακώσανε |
| Μέλλοντας | θα κλιμακώνω / θα κλιμακώσω | θα κλιμακώνεις / θα κλιμακώσεις | θα κλιμακώνει / θα κλιμακώσει | θα κλιμακώνουμε / θα κλιμακώσουμε | θα κλιμακώνετε / θα κλιμακώσετε | θα κλιμακώνουν / θα κλιμακώνουνε / θα κλιμακώσουν / θα κλιμακώσουνε |
| Παρακείμενος | έχω κλιμακώσει | έχεις κλιμακώσει | έχει κλιμακώσει | έχουμε κλιμακώσει | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα κλιμακώσει | είχες κλιμακώσει | είχε κλιμακώσει | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω κλιμακώσει / να κλιμακώνω / να κλιμακώσω | να έχεις κλιμακώσει / να κλιμακώνεις / να κλιμακώσεις | να έχει κλιμακώσει / να κλιμακώνει / να κλιμακώσει | να έχουμε κλιμακώσει / να κλιμακώνουμε / να κλιμακώσουμε | να κλιμακώνετε / να κλιμακώσετε | να κλιμακώνουν / να κλιμακώνουνε / να κλιμακώσουν / να κλιμακώσουνε |
| Προστακτική | — | κλιμάκωνε / κλιμάκωσε | — | — | κλιμακώνετε / κλιμακώστε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
κλιμακώθηκακλιμακώνομαι
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →