κλιματίζομαι
•
- παθητική φωνή του ρήματος κλιματίζω Βικιλεξικό
Ετυμολογία
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | κλιματίζομαι | κλιματίζεσαι | κλιματίζεται | κλιματιζόμαστε | κλιματίζεστε | κλιματίζονται |
| Παρατατικός | κλιματιζόμουν / κλιματιζόμουνα | κλιματιζόσουν / κλιματιζόσουνα | κλιματιζόταν / κλιματιζότανε | κλιματιζόμασταν / κλιματιζόμαστε | κλιματιζόσασταν / κλιματιζόσαστε | κλιματίζονταν / κλιματιζόντουσαν |
| Αόριστος | κλιματίστηκα | κλιματίστηκες | κλιματίστηκε | κλιματιστήκαμε | κλιματιστήκατε | κλιματίστηκαν / κλιματιστήκαν / κλιματιστήκανε |
| Μέλλοντας | θα κλιματίζομαι / θα κλιματιστώ | θα κλιματίζεσαι / θα κλιματιστείς | θα κλιματίζεται / θα κλιματιστεί | θα κλιματιζόμαστε / θα κλιματιστούμε | θα κλιματίζεστε / θα κλιματιστείτε | θα κλιματίζονται / θα κλιματιστούν / θα κλιματιστούνε |
| Παρακείμενος | έχω κλιματιστεί | έχεις κλιματιστεί | έχει κλιματιστεί | — | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα κλιματιστεί | είχες κλιματιστεί | είχε κλιματιστεί | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω κλιματιστεί / να κλιματίζομαι / να κλιματιστώ | να έχεις κλιματιστεί / να κλιματίζεσαι / να κλιματιστείς | να έχει κλιματιστεί / να κλιματίζεται / να κλιματιστεί | να κλιματιζόμαστε / να κλιματιστούμε | να κλιματίζεστε / να κλιματιστείτε | να κλιματίζονται / να κλιματιστούν / να κλιματιστούνε |
| Προστακτική | — | κλιματίζου / κλιματίσου | — | — | κλιματίζεστε / κλιματιστείτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →