Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

κλιματολογικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. σχετικός με την κλιματολογία Βικιλεξικό

Ετυμολογία

κλιματολογικός < κλιματολογ(ία) + -ικός • Η Ετυμολογία χρειάζεται ανάπτυξη με τεκμηρίωση. Μπορείτε να βοηθήσετε;

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήκλιματολογικόςκλιματολογικήκλιματολογικό
Γενικήκλιματολογικούκλιματολογικήςκλιματολογικού
Αιτιατικήκλιματολογικόκλιματολογικήκλιματολογικό
Κλητικήκλιματολογικέκλιματολογικήκλιματολογικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήκλιματολογικοίκλιματολογικέςκλιματολογικά
Γενικήκλιματολογικώνκλιματολογικώνκλιματολογικών
Αιτιατικήκλιματολογικούςκλιματολογικέςκλιματολογικά
Κλητικήκλιματολογικοίκλιματολογικέςκλιματολογικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →