κλισέ
•
- τυποποιημένη και πολυχρησιμοποιημένη, τετριμμένη έκφραση ή μοτίβο, κοινοτοπία Βικιλεξικό
- τυποποιημένο μοφολογικό στυλ Βικιλεξικό
- περιχαρακωμένο ιδεοληπτικό στερεότυπο→ δεξιός, αριστερός κ.α. Βικιλεξικό
- η ένταξη ενός ατόμου σε συγκεκριμένο πλαίσιο (κατεύθυνση) από εξωτερικά ερεθίσματα, που υφίσταται, όπως, για παράδειγμα, από ΜΜΕ χωρίς ν΄ αποκλίνει αισθητά απ΄ αυτό. Βικιλεξικό
- τυποποίηση προγραμματισμού, γραφιστικής και γραφικών τεχνών, αρχιτεκτονικής, φωτογραφίας κτλ. βάση προτύπων είτε για ταχύτερη παραγωγή είτε για λόγους συμβατότητας Βικιλεξικό
Ετυμολογία
κλισέ < (λόγιο δάνειο) γαλλική cliché
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →