κλονίζω
•
- δημιουργώ συνθήκες αστάθειας Βικιλεξικό
Ετυμολογία
κλονίζω < → λείπει η ετυμολογία
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | κλονίζω | κλονίζεις | κλονίζει | κλονίζουμε | κλονίζετε | κλονίζουν / κλονίζουνε |
| Παρατατικός | κλόνιζα | κλόνιζες | κλόνιζε | κλονίζαμε | κλονίζατε | κλονίζαν / κλονίζανε / κλόνιζαν |
| Αόριστος | κλόνισα | κλόνισες | κλόνισε | κλονίσαμε | κλονίσατε | κλονίσαν / κλονίσανε / κλόνισαν |
| Μέλλοντας | θα κλονίζω / θα κλονίσω | θα κλονίζεις / θα κλονίσεις | θα κλονίζει / θα κλονίσει | θα κλονίζουμε / θα κλονίσουμε | θα κλονίζετε / θα κλονίσετε | θα κλονίζουν / θα κλονίζουνε / θα κλονίσουν / θα κλονίσουνε |
| Παρακείμενος | έχω κλονίσει | έχεις κλονίσει | έχει κλονίσει | έχουμε κλονίσει | έχετε κλονίσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα κλονίσει | είχες κλονίσει | είχε κλονίσει | είχαμε κλονίσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω κλονίσει / να κλονίζω / να κλονίσω | να έχεις κλονίσει / να κλονίζεις / να κλονίσεις | να έχει κλονίσει / να κλονίζει / να κλονίσει | να έχουμε κλονίσει / να κλονίζουμε / να κλονίσουμε | να έχετε κλονίσει / να κλονίζετε / να κλονίσετε | να κλονίζουν / να κλονίζουνε / να κλονίσουν / να κλονίσουνε |
| Προστακτική | — | κλόνιζε / κλόνισε | — | — | κλονίζετε / κλονίστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →