κλοτσοσκούφι
•
- παρωχημένοπαιδικό παιχνίδι που παίζονταν με το κλότσημα σκουφιού Βικιλεξικό
- μεταφορικάάτομο που δεν το υπολογίζουν, που το περιφρονούν Βικιλεξικό
- μεταφορικάτο ποδόσφαιρο Βικιλεξικό
- μεταφορικάκακής ποιότητας αγώνας ποδοσφαίρου Βικιλεξικό
Ετυμολογία
κλοτσοσκούφι < κλότσ(ος) + -ο- + σκούφ(ος) + -ι
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | κλοτσοσκούφι | κλοτσοσκούφια |
| Γενική | — | — |
| Αιτιατική | κλοτσοσκούφι | κλοτσοσκούφια |
| Κλητική | κλοτσοσκούφι | κλοτσοσκούφια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →