Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

κλοτσοσκούφι

ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. παρωχημένοπαιδικό παιχνίδι που παίζονταν με το κλότσημα σκουφιού Βικιλεξικό
  2. μεταφορικάάτομο που δεν το υπολογίζουν, που το περιφρονούν Βικιλεξικό
  3. μεταφορικάτο ποδόσφαιρο Βικιλεξικό
  4. μεταφορικάκακής ποιότητας αγώνας ποδοσφαίρου Βικιλεξικό

Ετυμολογία

κλοτσοσκούφι < κλότσ(ος) + -ο- + σκούφ(ος) + -ι

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήκλοτσοσκούφικλοτσοσκούφια
Γενική——
Αιτιατικήκλοτσοσκούφικλοτσοσκούφια
Κλητικήκλοτσοσκούφικλοτσοσκούφια

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →