Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

κλωθογυρίζω

ρήμα
•
  1. στριφογυρίζω Βικιλεξικό
  2. ειδικότεραπροσπαθώ να αποφύγω κάποια εργασία Βικιλεξικό

Ετυμολογία

κλωθογυρίζω < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική κλωθογυρίζω

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςκλωθογυρίζωκλωθογυρίζειςκλωθογυρίζεικλωθογυρίζουμεκλωθογυρίζετεκλωθογυρίζουν / κλωθογυρίζουνε
Παρατατικόςκλωθογύριζακλωθογύριζεςκλωθογύριζεκλωθογυρίζαμεκλωθογυρίζατεκλωθογυρίζαν / κλωθογυρίζανε / κλωθογύριζαν
Αόριστοςκλωθογύρισακλωθογύρισεςκλωθογύρισεκλωθογυρίσαμεκλωθογυρίσατεκλωθογυρίσαν / κλωθογυρίσανε / κλωθογύρισαν
Μέλλονταςθα κλωθογυρίζω / θα κλωθογυρίσωθα κλωθογυρίζεις / θα κλωθογυρίσειςθα κλωθογυρίζει / θα κλωθογυρίσειθα κλωθογυρίζουμε / θα κλωθογυρίσουμεθα κλωθογυρίζετε / θα κλωθογυρίσετεθα κλωθογυρίζουν / θα κλωθογυρίζουνε / θα κλωθογυρίσουν / θα κλωθογυρίσουνε
Παρακείμενοςέχω κλωθογυρίσειέχεις κλωθογυρίσειέχει κλωθογυρίσειέχουμε κλωθογυρίσειέχετε κλωθογυρίσει—
Υπερσυντέλικοςείχα κλωθογυρίσειείχες κλωθογυρίσειείχε κλωθογυρίσειείχαμε κλωθογυρίσει——
Υποτακτικήνα έχω κλωθογυρίσει / να κλωθογυρίζω / να κλωθογυρίσωνα έχεις κλωθογυρίσει / να κλωθογυρίζεις / να κλωθογυρίσειςνα έχει κλωθογυρίσει / να κλωθογυρίζει / να κλωθογυρίσεινα έχουμε κλωθογυρίσει / να κλωθογυρίζουμε / να κλωθογυρίσουμενα έχετε κλωθογυρίσει / να κλωθογυρίζετε / να κλωθογυρίσετενα κλωθογυρίζουν / να κλωθογυρίζουνε / να κλωθογυρίσουν / να κλωθογυρίσουνε
Προστακτική—κλωθογύριζε / κλωθογύρισε——κλωθογυρίζετε / κλωθογυρίστε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →