κλωνισμός
•
- βιολογίαη κλωνοποίηση Βικιλεξικό
Ετυμολογία
κλωνισμός < μεταφραστικό δάνειο από την αγγλική cloning. Μορφολογικά αναλύεται σε κλών(ος) + -ισμός
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | κλωνισμός | κλωνισμοί |
| Γενική | κλωνισμού | κλωνισμών |
| Αιτιατική | κλωνισμό | κλωνισμούς |
| Κλητική | κλωνισμέ | κλωνισμοί |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →