κλωσοπουλάκι
•
- νεοσσός κλώσας Βικιλεξικό
Ετυμολογία
κλωσοπουλάκι < κλωσόπουλο + υποκοριστικό επίθημα -άκι
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | κλωσοπουλάκι | κλωσοπουλάκια |
| Γενική | κλωσοπουλακιού | κλωσοπουλακιών |
| Αιτιατική | κλωσοπουλάκι | κλωσοπουλάκια |
| Κλητική | κλωσοπουλάκι | κλωσοπουλάκια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →