Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

κλωστοϋφαντουργικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. σχετικός με την κλωστοϋφαντουργία Βικιλεξικό

Ετυμολογία

κλωστοϋφαντουργικός < κλωστοϋφαντουργός / κλωστοϋφαντουργία + -ικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήκλωστοϋφαντουργικόςκλωστοϋφαντουργικήκλωστοϋφαντουργικό
Γενικήκλωστοϋφαντουργικούκλωστοϋφαντουργικήςκλωστοϋφαντουργικού
Αιτιατικήκλωστοϋφαντουργικόκλωστοϋφαντουργικήκλωστοϋφαντουργικό
Κλητικήκλωστοϋφαντουργικέκλωστοϋφαντουργικήκλωστοϋφαντουργικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήκλωστοϋφαντουργικοίκλωστοϋφαντουργικέςκλωστοϋφαντουργικά
Γενικήκλωστοϋφαντουργικώνκλωστοϋφαντουργικώνκλωστοϋφαντουργικών
Αιτιατικήκλωστοϋφαντουργικούςκλωστοϋφαντουργικέςκλωστοϋφαντουργικά
Κλητικήκλωστοϋφαντουργικοίκλωστοϋφαντουργικέςκλωστοϋφαντουργικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →