κλωστοϋφαντουργικός
•
- σχετικός με την κλωστοϋφαντουργία Βικιλεξικό
Ετυμολογία
κλωστοϋφαντουργικός < κλωστοϋφαντουργός / κλωστοϋφαντουργία + -ικός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | κλωστοϋφαντουργικός | κλωστοϋφαντουργική | κλωστοϋφαντουργικό |
| Γενική | κλωστοϋφαντουργικού | κλωστοϋφαντουργικής | κλωστοϋφαντουργικού |
| Αιτιατική | κλωστοϋφαντουργικό | κλωστοϋφαντουργική | κλωστοϋφαντουργικό |
| Κλητική | κλωστοϋφαντουργικέ | κλωστοϋφαντουργική | κλωστοϋφαντουργικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | κλωστοϋφαντουργικοί | κλωστοϋφαντουργικές | κλωστοϋφαντουργικά |
| Γενική | κλωστοϋφαντουργικών | κλωστοϋφαντουργικών | κλωστοϋφαντουργικών |
| Αιτιατική | κλωστοϋφαντουργικούς | κλωστοϋφαντουργικές | κλωστοϋφαντουργικά |
| Κλητική | κλωστοϋφαντουργικοί | κλωστοϋφαντουργικές | κλωστοϋφαντουργικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →