κλωστούλα
•
- πολύ λεπτή κλωστή Βικιλεξικό
- μικρό κομμάτι από κλωστή Βικιλεξικό
Ετυμολογία
κλωστούλα < κλωστ(ή) + υποκοριστικό επίθημα -ούλα
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | κλωστούλα | κλωστούλες |
| Γενική | κλωστούλας | — |
| Αιτιατική | κλωστούλα | κλωστούλες |
| Κλητική | κλωστούλα | κλωστούλες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →