κοάζω
•
- κάνω κουάξ/κοάξ Βικιλεξικό
- (για βάτραχο) φωνάζω
- Κοπῆτε στάχυα, / σκασμὸς βατράχια, / καὶ μὴν κοάζετε... / μακρὰν συνάχια, / νεφρά, στομάχια, / ποὺ μὲ κολάζετε. (Γεώργιος Σουρής, Ο Φασουλής φιλόσοφος, Μέρος Δ΄
Ετυμολογία
κοάζω < κοάξ + -άζω < αρχαία ελληνική κοάξ < (ηχομιμητική λέξη)
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | κοάζω | κοάζεις | κοάζει | κοάζουμε | κοάζετε | κοάζουν / κοάζουνε |
| Παρατατικός | κόαζα | κόαζες | κόαζε | κοάζαμε | κοάζατε | κοάζαν / κοάζανε / κόαζαν |
| Αόριστος | κόαξα | κόαξες | κόαξε | κοάξαμε | κοάξατε | κοάξαν / κοάξανε / κόαξαν |
| Μέλλοντας | θα κοάζω / θα κοάξω | θα κοάζεις / θα κοάξεις | θα κοάζει / θα κοάξει | θα κοάζουμε / θα κοάξουμε | θα κοάζετε / θα κοάξετε | θα κοάζουν / θα κοάζουνε / θα κοάξουν / θα κοάξουνε |
| Παρακείμενος | έχω κοάξει | έχεις κοάξει | έχει κοάξει | έχουμε κοάξει | έχετε κοάξει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα κοάξει | είχες κοάξει | είχε κοάξει | είχαμε κοάξει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω κοάξει / να κοάζω / να κοάξω | να έχεις κοάξει / να κοάζεις / να κοάξεις | να έχει κοάξει / να κοάζει / να κοάξει | να έχουμε κοάξει / να κοάζουμε / να κοάξουμε | να έχετε κοάξει / να κοάζετε / να κοάξετε | να κοάζουν / να κοάζουνε / να κοάξουν / να κοάξουνε |
| Προστακτική | — | κόαζε / κόαξε | — | — | κοάζετε / κοάξτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →